επιθολώ

ἐπιθολῶ, -όω (AM)
1. καθιστώ κάτι θολό ή σκοτεινό, θολώνω, μαυρίζω («ἐπιθολώσει τὸ ῥεῖθρον τῷ φόνῳ τῶν Φρυγῶν», Λουκιαν.)
2. μτφ. θολώνω, επισκοτίζω, διαταράσσω («ἐπιθολοῦν τὴν φιλίαν», Πλούτ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.